Σεπτέμβριος 2001-Σεπτέμβριος 2004. Τρία χρόνια μετά ο Bin Laden «ψηφίζει» Bush.

11septemberτης Ρένας Δούρου, περιοδικό Ενέδρα, 2004
Την 11η Σεπτεμβρίου 2001 και τοπική ώρα 08.45, το αεροπλάνο της American Airlines με προορισμό το Λος Άντζελες και 92 επιβαίνοντες προσκρούει στον βορινό ουρανοξύστη του World Trade Center, στη Νέα Υόρκη. Ώρα 09.03 αεροσκάφος της United με 64 επιβάτες και με προορισμό το Λος Άντζελες προσκρούει στο νότιο ουρανοξύστη του World Trade Center. Ώρα 10.05 καταρρέει ο βορινός ουρανοξύστης, ώρα 10.30 καταρρέει και ο νότιος καταπλακώνοντας εκατοντάδες πολίτες, αλλά και πυροσβέστες, διασώστες και αστυνομικούς που είχαν σπεύσει στο σημείο. Με ελάχιστη διαφορά χρόνου επλήγησαν το Πεντάγωνο και η Πενσυλβάνια. Ο αριθμός των νεκρών-γνωρίζουμε σήμερα – ανέρχεται στους 2.995.
Στην αυγή του 21ου αιώνα ο μήνας Σεπτέμβριος απέκτησε μια θλιβερή επέτειο και ένας νέος πόλεμος, εκείνος κατά της τρομοκρατίας, κατά «του άξονα του κακού» κηρύχθηκε από την επομένη της Τρίτης του Σεπτεμβρίου 2001. Φέτος, όπως άλλωστε και τις προηγούμενες χρονιές, τρία ολόκληρα χρόνια μετά, η Αμερική τίμησε τα θύματα με τελετές, με λειτουργίες, με ενός λεπτού σιγή, με ακτίνες λέιζερ στο σχήμα των Διδύμων Πύργων που φώτισαν τον ουρανό το βράδυ του Σαββάτου, αλλά και με μπισκότα- παγωτά, μαξιλάρια με κεντημένα πατριωτικά αποφθέγματα, σνακ με την επωνυμία «ένας Πύργος για να γιορτασθεί η Αμερική», ηλεκτρονικές και συμβατικές ευχετήριες κάρτες και τέλος, με ειδικές προσφορές στο διαδίκτυο, όπου τα Πατριωτικά Τριαντάφυλλα στοίχιζαν μόνο 29,99 $.
Τρία χρόνια μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001, τρία χρόνια μετά την κήρυξη του πολέμου κατά του κακού και ο κόσμος αναντίρρητα δεν είναι πια ο ίδιος. Ακόμα είναι νωρίς για να απαριθμήσει κάποιος με ακρίβεια τις επιπτώσεις που θα έχει αυτή η μέρα σε μεγάλο βάθος χρόνου, είναι ωστόσο επαρκή για να γίνει λόγος για τις συνέπειες αυτής της ημερομηνίας, όπως καταγράφηκαν αυτά τα τελευταία τρία χρόνια. Μια φράση θα μπορούσε να είναι αρκετή: ο τρόμος εξαπλώθηκε σε ολόκληρο τον πλανήτη, αποκρουστικό ημερολόγιο ακολουθεί.
Ιούνιος 2002, Πακιστάν, εννέα νεκροί και τουλάχιστον 45 τραυματίες.
Οκτώβριος 2002, Μπαλί, 202 νεκροί και εκατοντάδες τραυματίες.
Οκτώβριος 2002, Μόσχα, 115 νεκροί.
Νοέμβριος 2002, Κένυα, οκτώ νεκροί.
Μάιος 2003, Σναμένσκογιε, 30 νεκροί, περισσότερο από 100 τραυματίες.
Μάιος 2003, Μαρόκο, 40 νεκροί.
Ιούλιος, Μόσχα, 14 νεκροί.
Αύγουστος 2003, Τζακάρτα, 40 νεκροί και περισσότερο από 100 τραυματίες. Αύγουστος 2003, Ινδία, 44 νεκροί και περισσότερο από 150 τραυματίες. Νοέμβριος 2003, Ριάντ, 17 νεκροί και περισσότερο από 120 τραυματίες. Νοέμβριος 2003, Κωνσταντινούπολη, 23 νεκροί και 100 τραυματίες. Νοέμβριος 2003, Κωνσταντινούπολη, 25 νεκροί και 390 τραυματίες.
Μάρτιος 2004, Μαδρίτη, 180 νεκροί και 1.240 τραυματίες.
Απρίλιος 2004, Ριάντ, 4 νεκροί και 148 τραυματίες.
Μάιος 2004, Γκρόσνι, 10 νεκροί.
Αύγουστος 2004, Ρωσία, 90 νεκροί από πτώση δυο αεροσκαφών.
Σεπτέμβριος 2004, Μπισλάμ, 326 νεκροί, 727 τραυματίες.
Σεπτέμβριος 2004, Τζακάρτα, οκτώ νεκροί.

Στο πιο πάνω ημερολόγιο προστίθενται κάθε μήνα ανελλιπώς επιθέσεις καμικάζι Παλαιστινίων εναντίον αμάχων Ισραηλιτών και επιθέσεις αντιποίνων από μέρους του Ισραήλ σε αμάχους Παλαιστίνιους. Ακόμα, στο πλαίσιο της εκστρατείας κατά του κακού, κατά της τρομοκρατίας, διεξάγονται δυο πόλεμοι, εκείνος στο Αφγανιστάν και ο άλλος στο Ιράκ. Ο πόλεμος στο Αφγανιστάν είχε σκοπό την απελευθέρωση της χώρας από τους Ταλιμπάν, τον εντοπισμό και τη σύλληψη των υπευθύνων για τα τραγικά γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου. Ο πόλεμος στο Ιράκ είχε σκοπό την απελευθέρωση του Ιράκ από την καταπιεστική διακυβέρνηση του Σαντάμ, καθώς και να αποσοβηθεί ο κίνδυνος χρήσης όπλων μαζικής καταστροφής από το δικτατορικό καθεστώς του Ιράκ.
Και ενώ, ο Μπους διακήρυττε στο συνέδριο των Ρεπουμπλικάνων ότι: «η κυβέρνηση του ελεύθερου Αφγανιστάν παλεύει ενάντια στην τρομοκρατία, το Πακιστάν συλλαμβάνει ηγετικές μορφές του διεθνούς δικτύου ισλαμικής τρομοκρατίας, η Σαουδική Αραβία προβαίνει και αυτή με τη σειρά της σε συλλήψεις, η Λιβύη καταστρέφει οπλικά συστήματα και ο στρατός του απελευθερωμένου Ιράκ παλεύει και αυτός ενάντια στην τρομοκρατία…», ο Οσάμα Μπιν Λάντεν, ο υπαρχηγός του Αιμάν Αλ Ζαχρούι και ο ηγέτης των Ταλιμπάν Μουλά Ομάρ είναι ελεύθεροι.
Όσο για την ελευθερία στο Αφγανιστάν, οι Ταλιμπάν έχουν «επιστρέψει» κρατώντας υπό τον έλεγχό τους μεγάλο τμήμα του νότιου και νοτιοανατολικού τμήματος της χώρας, στο υπόλοιπο κάνουν κουμάντο άλλοι πολέμαρχοι. Και στις προεδρικές εκλογές που θα λάβουν χώρα στις 9 Οκτωβρίου στο Αφγανιστάν ο Χαμίντ Καρζάι ουσιαστικά αγωνίζεται να εκλεγεί δήμαρχος της Καμπούλ. Αθροίζονται οι απειλές από μέρους των Ταλιμπάν ότι δεν θα αφήσουν να διεξαχθούν αναίμακτα οι εκλογές. Στο Πακιστάν από την άλλη, ο πρόεδρος Μουσάραφ επιβιώνει αρκετών δολοφονικών αποπειρών, αφού για μεγάλο κομμάτι του Πακιστανικού πληθυσμού είναι δικτάτορας τελών υπό ξένες διαταγές. Σχετική είναι και η ελευθερία στο Ιράκ, στο «νέο μέτωπο του πόλεμου κατά της τρομοκρατίας», όπου περισσότερο από 1000 Αμερικανοί στρατιώτες έχουν χάσει τη ζωή τους, περισσότερο από 7000 είναι οι τραυματίες και πάνω από 15.000 Ιρακινοί άμαχοι είναι νεκροί. Στο Ιράκ και μετά την απελευθερωτική επέμβαση των Αμερικανών, οι πιο δημοφιλείς φιγούρες είναι ο ηγέτης των Σιϊτών Αγιατολάχ Αλί Αλ-Σιστάνι και ο στρατιωτικός ηγέτης των Σιϊτών Αλ Σαντρ που απαιτούν τον τερματισμό της αμερικανικής κατοχής του Ιράκ. Ο πρόεδρος Αλάουι, όπως και ο Αφγανός Καρζάι με δυσκολία έχει τον έλεγχο της πόλης, στην οποία διαμένει και την αποδοχή των συμπατριωτών του.
Τα τελευταία τρία χρόνια ο πόλεμος που έχει εξαπολυθεί κατά της τρομοκρατίας, δεν έχει κατορθώσει να εξαλείψει-εάν δεν είναι μια των κυριοτέρων αιτίων που την επιτείνουν- τη διεθνή ανισορροπία και μια πρωτόγνωρη παγκόσμια κρίση. Πρώτα και κύρια, παρουσιάζεται το φαινόμενο, η έννοια της τρομοκρατίας να έχει αποκτήσει ένα σημαινόμενο, ένα περιεχόμενο πρωτογενές, απαλλαγμένο από σχέσεις αιτίας που το προκαλούν. Ενώ πόλεμοι και βομβιστικές επιθέσεις με αποτέλεσμα τον αφανισμό αθώων πολιτών, μεγάλη οικονομική αταξία, αναζωπύρωση των εθνικών και θρησκευτικών φονταμενταλισμών συνθέτουν αυτό που περιγράφεται με τον ιδιαίτερα ουδέτερο όρο διεθνές σκηνικό. Περαιτέρω, η κατάργηση του ρυθμιστικού ρόλου του διεθνούς δικαίου και της θεμελιώδους αρχής των Ηνωμένων Εθνών για «μη επίθεση και χρήση βίας» με τον περιβόητο «προληπτικό πόλεμο», η διασάλευση των ευρω-ατλαντικών σχέσεων, τα τεράστια κόστη για «ασφάλεια» και η περιστολή των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων δεν αφήνουν πολλά περιθώρια αισιοδοξίας για το άμεσο μέλλον των ευνομούμενων και μη κοινωνιών. Η δαιμονοποίηση, βεβαίως της Δύσης ως ιμπεριαλιστική και ανήθικη για τα μάτια του μουσουλμανικού κόσμου και αντίστοιχα η δαιμονοποίηση του Ισλάμ ως θρησκεία μισαλλόδοξη και αναχρονιστική για το δυτικό κόσμο δεν αφήνει πολλά περιθώρια. Ισχυριζόμαστε ότι και εάν ακόμα αύριο κιόλας, επιλύονταν τα πιο πάνω προβλήματα, θα χρειαζόταν πολλές δεκαετίες για να εξαλειφθεί η καχυποψία και να ανακτηθεί ο σεβασμός στη διαφορετικότητα, στο αλλότριο. Ο πλανήτης χωρίστηκε στα δυο ανάμεσα στους άπιστους Δυτικούς και στους βαρβάρους μελαψούς ισλαμιστές, όπως άλλοτε είχε χωριστεί στους κακούς καπιταλίστες και στους αιμοδιψείς κομμουνιστές.
Και αν η αισιοδοξία ή η απαισιοδοξία οποιουδήποτε καταγίνεται με το να κατανοήσει τι πραγματικά συμβαίνει σήμερα στον πλανήτη είναι συζητήσιμη, αυτό που ελάχιστα τίθεται σε αμφισβήτηση είναι ότι ο μεγάλος κερδισμένος από αυτόν τον πόλεμο κατά του κακού είναι ο Μπιν Λάντεν και η Αλ Κάιντα. Θα μπορούσε να γίνει λόγος για μια παγκοσμιοποίηση των τυφλών τρομοκρατικών χτυπημάτων, για μια παγκοσμιοποίηση του ισλαμικού ριζοσπαστισμού και της ιδεολογίας της Αλ Κάιντα. Δυστυχώς, όσοι μάχονται, όσοι μαχόμαστε ενάντια στην νεοφιλελεύθερη, καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση οφείλουμε να παραδεχθούμε ότι η μόνη παγκοσμιοποιημένη αντίδραση στην τελευταία έρχεται από τα τυφλά τρομοκρατικά χτυπήματα ισλαμικών ριζοσπαστών. Είναι δύσκολο να πεισθούμε ότι ο Μπιν Λάντεν είναι σε θέση να οργανώσει και να εκτελέσει με χειρουργική ακρίβεια όλες αυτές τις τρομοκρατικές ενέργειες, που έλαβαν χώρα από τη Ν. Υόρκη έως την Τζακάρτα, και από το Μαρόκο έως τη Μπισλάμ. Το χειρότερο έχει ήδη συντελεστεί. Η Αλ Κάιντα «εμπνέει».
Για όσο διάστημα η Ρωσία δεν ξεκαθαρίζει τη στάση της στο γεωστρατηγικό παζλ του Καυκάσου, ο ρόλος είτε των πολιτικών, είτε και των παραδοσιακών μαχητών- αυτονομιστών θα περιορίζεται ολοένα και περισσότερο και το παιχνίδι θα έρχεται στα χέρια των ριζοσπαστών τρομοκρατών. Για όσο διάστημα οι ΗΠΑ δεν αποφασίζουν να ασκήσουν ουσιαστική πίεση στο Ισραήλ, ώστε να προσέλθει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων και να επιτευχθεί βιώσιμη λύση του Παλαιστινιακού ο Μπιν Λάντεν θα παραμένει για την πλειοψηφία του αραβικού και μουσουλμανικού κόσμου ως ο μοναδικός μοχλός άσκησης πίεσης ενάντια στην ηγεμονία των ΗΠΑ. Και βεβαίως οι αραβικές κυβερνήσεις θα έχουν ένα γενναίο άλλοθι για να μην προβούν στις αναγκαίες κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές μεταρρυθμίσεις μεταστρέφοντας τη δυσαρέσκεια του κόσμου σε μίσος ενάντια στις ΗΠΑ.
Είναι πολιτικά ανέξοδο αλλά ιδιαίτερα εύκολο για τον πρόεδρο Μπους να επιρρίπτονται στον Μπιν Λάντεν οι ευθύνες για την αδιέξοδη κατάσταση στο Ιράκ. Το ίδιο άλλωστε, πράττει ο Σάρον σε σχέση με το Παλαιστινιακό, και τελευταία, ο Πούτιν με το ζήτημα της Τσετσενίας. Πέρα από εμάς κάθε προσπάθεια συμψηφισμού ή συγκριτικής αντιπαράθεσης των διαφόρων μακελειών, είτε αυτά προέρχονται από έννομες πλειοψηφίες, είτε από μειοψηφίες τρομοκρατών. Ωστόσο, αυτό το πολιτικώς εύκολο είναι και ιδιαίτερα επικίνδυνο και οδηγεί, όπως γίνεται αντιληπτό και από τα πιο πάνω, στην ηρωοποίηση του Λάντεν στα μάτια ολόκληρου του αραβικού και μουσουλμανικού κόσμου. Ακόμα και οι πιο μετριοπαθείς φωνές έχουν αρχίσει να ψελλίζουν ότι «καταδικαστέα τα όσα πράττονται υπό τις εντολές ή όχι της Αλ Κάιντα, αλλά μήπως υπάρχει και τίποτε άλλο απέναντι στην αναλγησία των ΗΠΑ;». Κερδισμένος λοιπόν ο παράλογος, θεοκρατικός, ο έμπλεων μεταφυσικής λόγος του Μπιν Λάντεν. Μονόλογος παράλληλος ενός άλλου μεταφυσικού, αποκαλυπτικού μονόλογου, εκείνου του Ντικ Τσένευ. «Είναι απολύτως σημαντικό ότι σε 8 εβδομάδες από σήμερα», τόνιζε τις προάλλες ο Τσένευ, «στις 2 Νοεμβρίου, θα κάνουμε τη σωστή επιλογή, γιατί αν κάνουμε τη λάθος, τότε ο κίνδυνος είναι ότι θα χτυπηθούμε πάλι». Η σκέψη του Τσένευ, λοιπόν, είναι ότι εάν οι Αμερικανοί πολίτες ψηφίσουν Μπους, η Αλ Κάιντα δε θα χτυπήσει. Εάν ψηφίσουν Κέρυ, η Αλ Κάιντα θα πλήξει τους Αμερικάνους για δεύτερη φορά. Εν ολίγοις, ο Κέρυ ως πρόεδρος θέτει τις ΗΠΑ σε κίνδυνο. Το θέμα είναι ότι ο Μπιν Λάντεν μάλλον «ψηφίζει» Μπους.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *